Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

Ιστορία Προσανατολισμού. Α. 2. ΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η "ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ"



Α. 2. ΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΚΑΙ Η "ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ"





Πολλές δεκαετίες, μετά την ανεξαρτησία της, η Ελλάδα εξακολουθούσε να μοιάζει περισσότερο με την Ανατολή παρά με τη Δύση, παρ' όλο που η τελευταία υπήρξε το ζητούμενο, το επιθυμητό, το σημείο αναφοράς όλα αυτά τα χρόνια. Απουσίαζαν τα ισχυρά κέντρα ανάπτυξης, οι «ατμομηχανές» της οικονομικής και τεχνικής προόδου. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να υπάρξουν, όταν απουσίαζαν όλα όσα ήταν αναγκαία και προαπαιτούμενα για τη δημιουργία τους; Η χώρα δεν διέθετε σημαντικές πρώτες ύλες, δεν είχε πλεονάζον ειδικευμένο ή έστω φθηνό εργατικό δυναμικό, η συσσώρευση κεφαλαίου, ιδιωτικού και δημόσιου, ήταν ισχνή και η εσωτερική αγορά περιορισμένη έως ασήμαντη.
Επιπλέον, η χώρα ανταγωνιζόταν τον εαυτό της. Έξω από τα σύνορά της υπήρχαν ισχυρά κέντρα ελληνισμού, πνευματικά, οικονομικά, παραγωγικά, τα οποία πολλές φορές κυριαρχούσαν στο χώρο τους αλλά και σε ευρύτερες περιοχές. Έλληνες, ελληνικά κεφάλαια και πλούτος υπήρχαν και αναπτύσσονταν από την Ουκρανία ως το Σουδάν, από το Δούναβη ως τον Καύκασο και από τη Σμύρνη ως την Κιλικία. Για τους Έλληνες των περιοχών αυτών το μικρό ελληνικό βασίλειο ήταν για πολλά χρόνια μια κακή ανάμνηση μάλλον, ένας φτωχός και ίσως ανεπρόκοπος συγγενής. Οι δικές τους επιτυχίες φάνταζαν ολότελα ξένες σε σύγκριση με τη στασιμότητα και την ένδεια της μικρής Ελλάδας. Χρειάστηκε να δυσκολέψουν γι' αυτούς οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, προς το τέλος κυρίως του 19ου αιώνα, για να ανακαλύψουν τη σημασία που είχε η φτωχή τους πατρίδα, ως ασφαλές καταφύγιο και ως πεδίο ανάπτυξης οικονομικών δραστηριοτήτων.
Στο μεταξύ η πρόοδος του εκτός των εθνικών συνόρων ελληνισμού ταλάνιζε το μικρό βασίλειο. Ενίσχυε την ιδέα ότι το υπάρχον κράτος δεν ήταν παρά μία ημιτελής κατασκευή, τα θεμέλια απλώς για κάτι μεγαλύτερο. Η «Μεγάλη Ιδέα» που εκπορεύθηκε απ' αυτήν την αντίληψη, δημιουργούσε προσδοκίες για ολοκλήρωση του εθνικού οράματος, που προϋπέθετε σημαντική διεύρυνση των συνόρων. Η έντονη παρουσία της εθνικής αυτής ιδεολογίας είχε επιπτώσεις στον πολιτικό και οικονομικό χώρο, ιδιαίτερα σε εποχές που τα προβλήματα έμοιαζαν με ανοικτές πληγές, στην περίπτωση της Κρήτης ή, αργότερα, της Μακεδονίας. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν στραμμένο το ενδιαφέρον τους, μέσα σ' αυτές τις συνθήκες, αποκλειστικά στα εσωτερικά ζητήματα, στην οικονομική ανόρθωση και τη γεφύρωση του χάσματος με τη Δύση. Όλα αυτά συνυφαίνονταν με το εθνικό όραμα, μεγαλώνοντας το κόστος των προσπαθειών και καθιστώντας συχνά τις οικονομικές πρωτοβουλίες έρμαια των εθνικών κρίσεων.


ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Στο δεύτερο κεφάλαιο του Α' μέρους αναλύονται οι λόγοι που αποτελούσαν τροχοπέδη στη γενικότερη ανάπτυξη της χώρας, η οποία εξακολουθούσε να είναι οργανωμένη με βάση τις δομές ενός κράτους της Ανατολής. Η βιομηχανική επανάσταση που χαρακτήριζε τη Δύση δεν μπορούσε να αγγίξει τη μικρή Ελλάδα. Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι η χώρα ήταν μικρή και ολιγάνθρωπη, κάτι που καθιστούσε την αγορά της άγονο έδαφος για την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Πέρα από αυτό, έλειπαν οι βασικές παράμετροι που θα μπορούσαν να την εντάξουν στα σύγχρονα δυτικά κράτη, δηλαδή άφθονες πρώτες ύλες, ειδικευμένο ή φθηνό εργατικό δυναμικό, καθώς και ιδιωτικά κεφάλαια, επενδύσεις με μια λέξη.
Εκτός από τα πιο πάνω, βασικός λόγος για την αναιμική οικονομική ανάπτυξη της χώρας αποτελούσε και το γεγονός ότι οι πιο προοδευτικές και παραγωγικές δυνάμεις του Ελληνισμού εξακολουθούσαν να παραμένουν έξω από τα σύνορα του μικρού βασιλείου. Οι Έλληνες της Διασποράς, του εξωτερικού δηλαδή, αποτελούσαν σημαντικούς οικονομικούς, και πολιτικούς ενίοτε, παράγοντες των περιοχών όπου δραστηριοποιούνταν, αλλά δεν έβλεπαν θετικά την προοπτική να μεταφέρουν την οικονομική τους δράση στην Ελλάδα. Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα δημιούργησε την αντίληψη ότι το Ελληνικό Κράτος που δημιουργήθηκε μετά την Επανάσταση του 1821 δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν πυρήνα για τη δημιουργία μιας μεγάλης Ελλάδας. Έτσι, η επέκταση των ορίων του μικρού βασιλείου, προκειμένου να συμπεριλάβει περιοχές όπου από αιώνες ανθούσε ο Ελληνισμός αποτέλεσε έναν στρατηγικό στόχο που επηρέαζε, αρνητικά και θετικά, την εσωτερική ανάπτυξη του ελεύθερου κράτους.




ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Εσωτερικοί οικονομικοί λόγοι στασιμότητας:
- η Ελλάδα εξακολουθεί να μοιάζει με την Ανατολή
- απουσιάζουν οι "ατμομηχανές" ανάπτυξης:
                  πρώτες ύλες
                  πλεονάζον, ειδικευμένο ή φθηνό εργατικό δυναμικό
                  η συσσώρευση κεφαλαίου (ιδιωτικού-δημοσίου)
                  η εσωτερική αγορά
Εξωτερικοί οικονομικοί λόγοι στασιμότητας:
- η χώρα ανταγωνίζεται τον εαυτό της: ύπαρξη ισχυρών κέντρων ελληνισμού εκτός των συνόρων, που θεωρούν το ελληνικό κράτος φτωχό και ανεπρόκοπο συγγενή
- τέλη 19ου αιώνα: αλλαγή στάσης των ομογενών λόγω επιδείνωσης των οικονομικών και πολιτικών  συνθηκών



Προσοχή! Αυτή η παράγραφος συνδέεται με τα κεφ. Β1 (Το εμπόριο, σελ. 17-20) και Β11 (Το εξωελλαδικό ελληνικό κεφάλαιο, σελ. 38-41).


Ορισμοί

Μεγάλη Ιδέα: Η «Μεγάλη Ιδέα» ήταν η εθνική ιδεολογία που εκπορεύθηκε από την αντίληψη ότι το υπάρχον κράτος, που προέκυψε από την Ελληνική Επανάσταση, δεν ήταν παρά μία ημιτελής κατασκευή, τα θεμέλια απλώς για κάτι μεγαλύτερο, δημιουργώντας προσδοκίες για ολοκλήρωση του εθνικού οράματος που προϋπέθετε σημαντική διεύρυνση των συνόρων. Η έντονη παρουσία της εθνικής αυτής ιδεολογίας είχε επιπτώσεις στον πολιτικό και οικονομικό χώρο, ιδιαίτερα σε εποχές που τα προβλήματα έμοιαζαν με ανοικτές πληγές, στην περίπτωση της Κρήτης ή, αργότερα, της Μακεδονίας, καθώς οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν στραμμένο το ενδιαφέρον τους αποκλειστικά στα εσωτερικά ζητήματα, στην οικονομική ανόρθωση και τη γεφύρωση του χάσματος με τη Δύση. Το όραμα της Μεγάλης Ιδέας φαίνεται να γίνεται απτή πραγματικότητα με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, καθώς η μικρή Ελλάδα των παραμονών των Βαλκανικών πολέμων γίνεται «η Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των πέντε Θαλασσών».

Σημείωση: Πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο «Μεγάλη Ιδέα» ο πολιτικός Ιωάννης Κωλέττης, το 1844.

Αλύτρωτοι Έλληνες: οι Έλληνες που κατοικούσαν εκτός της ελληνικής επικράτειας και πρόσβλεπαν στην ένωση των περιοχών όπου διέμεναν με τον ελληνικό κρατικό κορμό.
Αλυτρωτισμός: Η πολιτική αντίληψη επέκτασης των συνόρων για την απελευθέρωση υπόδουλων τμημάτων ενός έθνους, ενίοτε και η επεκτατική πολιτική εν
ΗΓΗ 1Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ
ός κράτους.





ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ
(Αποσπάσματα από την Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΓ', σελ. 10 εξ., 54 εξ., 82 εξ.)

Η Μεγάλη Ιδέα υπήρξε ένα από τα πιο μεγαλόπνοα προγράμματα εθνικής ολοκληρώσεως και αναπτύξεως στη Ν. Βαλκανική: προέβλεπε την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση όλων των ιστορικών ελληνικών χωρών, δηλαδή της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Θράκης, των Επτανήσων, των Δωδεκανήσων, της Κρήτης, της Κύπρου, της Μικράς Ασίας και του Πόντου σε μια «Ελληνική Αυτοκρατορία». Παράλληλα και ταυτόχρονα υπήρξε ένα άλλο ελληνικό ρεύμα που συνέδεε την απελευθέρωση των ιστορικών ελληνικών χωρών, το οποίο προϋπήρξε της Μεγάλης Ιδέας. Ηταν ο φωτισμός της Ανατολής διά των φώτων της Δύσεως. Στον φωτισμό αυτό, η Ελλάς θα είχε τον ρόλο του «φάρου» της Δύσεως στην Ανατολή. Η Μεγάλη Ιδέα γεννήθηκε στη διάρκεια της Επαναστάσεως του 1821, μολονότι πολλά χαρακτηριστικά της κυοφορούνταν πριν από τον Αγώνα. Μάλιστα δε, η ιδέα της επικράτειας του έθνους, υπήρξε σε αντιδιαστολή με αυτή του ελληνικού κράτους προγενέστερη αυτής.
Ο Ρήγας στη Χάρτα του, σιωπηρά και υπαινικτικά, προβάλλει την επικράτεια αυτή του έθνους, συμπεριλαμβανομένων όλων των ελληνικών ιστορικών χωρών, καθώς και μερών της ελληνικής Διασποράς και της Β. Βαλκανικής. Βέβαια, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο πρώτος κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός της Ελλάδος, ήταν αυτός που εξήγγειλε στην Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου τη Μεγάλη Ιδέα, όταν μίλησε με θέρμη υπέρ των ετεροχθόνων, κατά τη συζήτηση των σχετικών άρθρων του Συντάγματος, στη συζήτηση για τη διάκριση των αυτοχθόνων από τους ετερόχθονες και τα δικαιώματά τους, το 1844.

Τα βασικά συστατικά χαρακτηριστικά της

Τα βασικά χαρακτηριστικά συστατικά στοιχεία της Μεγάλης Ιδέας υπήρξαν ορισμένες περίοδοι και συμβάντα που τέμνουν την εξέλιξή της. Τέτοια συμβάντα και χαρακτηριστικά ήσαν τα εξής: πρώτον, οι άτακτοι του Αγώνος και οι πρόσφυγες από τα αλύτρωτα ελληνικά μέρη, οι οποίοι αποτελούσαν τρόπον τινά ένα μοχλό πιέσεως προς την κυβέρνηση, ένα είδος λόμπι πανίσχυρου, επειδή επηρέαζαν τον Τύπο της εποχής και ιδιαίτερα διά των επαφών που είχαν εξέχοντα μέλη των προσφύγων και των ατάκτων με ανθρώπους της εξουσίας της Ελλάδος.
Αλλο χαρακτηριστικό στοιχείο υπήρξε ο Ρωμαντισμός, ο οποίος εξέθρεψε την ιστοριογραφία της εποχής. Ρωμαντικά στοιχεία διακρίνουμε ακόμα και στις επιβιώσεις του Διαφωτισμού, στα ζητήματα κυρίως της ελληνικής γλώσσας και παιδείας, κατά την εποχή εκείνη, το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνος, τις ιδιότητες δηλαδή που είχαν αποκτήσει κυρίως κατά την εποχή του Διαφωτισμού, ως αγαθά που συνέβαλλαν στην τελείωση του ανθρώπου. Από τότε η ελληνική γλώσσα και η παιδεία που προήγαγε το ελληνικό εκκλησιαστικό και κοινοτικό σχολείο είχαν συγκινήσει τους Ελληνες, τους Δυτικοευρωπαίους αλλά και τους συνοίκους αλλοφώνους λαούς της Ορθόδοξης Οικουμένης: τους Βουλγάρους, τους Νοτιοσλάβους, τους Σέρβους, τους Αλβανούς και τους Ρουμάνους.
...
Ο Κωλέττης από πολλούς θεωρείται πατέρας της Μεγάλης Ιδέας: ήταν αυτός που όρισε τον όρο και το περιεχόμενο. Ηταν γνωστός ως ο προστάτης των παλληκαριών της Ρούμελης μολονότι είχε σπουδάσει στην Ιταλία στη νεότητά του. Αυτή του η ιδεολογία προδιέγραψε εν πολλοίς και το περιεχόμενο και τη μορφή που πήρε η Μεγάλη Ιδέα, αλλά και ο Κωλέττης να μην υπήρχε, κάποιος άλλος σαν αυτόν θ' αναλάμβανε να ορίσει το περιεχόμενο της Μεγάλης Ιδέας.
Προϊόν αυτής της πολιτικής υπήρξε και ο λεγόμενος «παλληκαρισμός», ο θαυμασμός δηλαδή προς τα παλληκάρια, τους φουστανελοφόρους της εποχής και κατοπινών εποχών. Ο παλληκαρισμός υπάκουε, όχι στη λογική, αλλά στο θυμικό και από αυτήν την άποψη ο ρόλος του υπήρξε καταλυτικός στις δημόσιες σχέσεις. Τα παλληκάρια ήσαν ήρωες του έθνους.
....

Η Mεγάλη Iδέα και η αλυτρωτική πολιτική

Το ιδανικό της Μεγάλης Ιδέας προϋπήρξε ως πηγή έμπνευσης για τη Φιλική Εταιρεία, η οποία οργανώθηκε στην Οδησσό το 1814 και σχεδίασε την ελληνική εξέγερση. Ωστόσο, ως όρος πρωτοεμφανίστηκε στις 14 Ιανουαρίου του 1844, με την ομιλία του Ιωάννη Κωλέττη κατά τη διαμάχη αυτοχθόνων-ετεροχθόνων στην Εθνοσυνέλευση. Από τότε και για όλο το 19ο αιώνα καθίσταται διαρκής ιδεολογική αναφορά του νεαρού ελληνικού κράτους, καθώς θέτει την προοπτική της εθνικής ολοκλήρωσης, αλλά και σημαντικός παράγοντας διαμόρφωσης του πολιτικού λόγου, άλλοτε ως σημείο αναφοράς και άλλοτε ως συνθήκη νομιμοποίησης της εκάστοτε προτεινόμενης πολιτικής. Ωστόσο, αποσυνδέεται γοργά από το πρόσωπο του Κωλέττη και γίνεται κτήμα της εκάστοτε πολιτικής διακυβέρνησης, εντασσόμενη στο γενικότερο πλαίσιο των σχέσεων Ελλάδας και Ευρώπης.
Η Μεγάλη Ιδέα συνδέεται άρρηκτα με μια άλλη έννοια, σχεδόν ταυτόσημη, εκείνη του αλυτρωτισμού. Ο αλυτρωτισμός είναι ο κεντρικός πολιτικός άξονας του νεαρού πολιτικού κράτους. Η απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών είναι ταυτόχρονα φυσική επιταγή και θρησκευτική υποχρέωση για όλους τους Έλληνες, με αποτέλεσμα τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής να κινητοποιούν συχνά πολύ κόσμο. Αυτός ο κόσμος δραστηριοποιείτο συχνά υπέρ μιας ανεδαφικής επεκτατικής πολιτικής, η οποία είχε ουσιαστικά καταστροφικά αποτελέσματα για την ελληνική υπόθεση, αλλά ήταν ικανή να νομιμοποιήσει το θρόνο και τους πολιτικούς που τη χρησιμοποιούσαν.
Ο αλυτρωτισμός και η Μεγάλη Ιδέα συμβαδίζουν στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Ωστόσο, δεν είναι έννοιες τυχαίες που παρουσιάστηκαν στην εκφορά του λόγου ενός πολιτικού όπως ο Κωλέττης. Διαθέτουν ένα ιδεολογικό υπόβαθρο που χτίστηκε με συγκεκριμένες προσπάθειες. Η διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης στους λαούς της Ευρώπης γενικότερα συνδέθηκε με την αναζήτηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε λαού, που στην προκειμένη περίπτωση για την Ελλάδα ήταν τα δημοτικά τραγούδια. Η πρώτη προσπάθεια ενοποίησης και έκδοσης των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών έγινε από τον Claude Fauriel στο Παρίσι το 1824. Η σημαντικότερη έκδοση έγινε από το Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο στην Κέρκυρα, με την ταυτόχρονη προβολή της άποψης για τη στενή συγγένεια των δημοτικών τραγουδιών με αντίστοιχα της αρχαιότητας. Με αυτόν τον τρόπο ήταν δυνατόν να τονιστεί η θεωρία της συνέχειας του αρχαίου, του μεσαιωνικού και του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.
Τη Μεγάλη ιδέα και τη σχέση της με τη θρησκεία εκφράζει η υπόθεση της Φιλορθόδοξης Εταιρείας, μιας συνομωτικής οργάνωσης η οποία δημιουργήθηκε πιθανώς τον Ιούνιο του 1939, με τη συμμετοχή σημαντικών προσωπικοτήτων του φιλορωσικού κόμματος. Στόχος της ήταν η προάσπιση των παραδοσιακών αξιών και κυρίως της παραδοσιακής θρησκευτικής λατρείας και η εξάπλωση των ιδεών του αλυτρωτισμού. Τα αποτελέσματα της δράσης της και του ρεύματος που εκπροσωπούσε, ενάντια στις προσπάθειες εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους, φάνηκαν ιδιαίτερα στη διαμάχη για το εκκλησιαστικό ζήτημα και τις πρώτες εξεγέρσεις από την εγκαθίδρυση του ελληνικού κράτους.
Ωστόσο, για την ολοκλήρωση του αναγκαίου μύθου πάνω στον οποίο στηρίζεται η Μεγάλη Ιδέα, απαιτείται κάτι παραπάνω, η απόδειξη της ενότητας του Ελληνισμού στο χώρο και το χρόνο και η αδιάσπαστη συνέχειά του στο ποτάμι του χρόνου. Αυτό το στόχο αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος αποκαθιστά στο έργο του Ιστορία του Ελληνικού Έθνους το Βυζάντιο ως συνδετικό κρίκο της ελληνικής αρχαιότητας και του νεότερου Ελληνισμού. Θεωρεί μάλιστα την προσφορά του Βυζαντίου σημαντικότερη, γιατί τότε ενοποιήθηκε πολιτικά ο Ελληνισμός.
Η Μεγάλη Ιδέα κυοφορεί ένα πολιτικό πρόταγμα, για την πραγματοποίηση του οποίου η ελληνική κοινωνία φαίνεται αισιόδοξη. Παρόλα αυτά το νεαρό ελληνικό κράτος δεν έχει τις απαιτούμενες οικονομικές και στρατιωτικές δυνάμεις για την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου, ούτε τους απαιτούμενους συμμάχους. Έτσι, στα αποκαλούμενα Ηπειροθεσσαλικά, στις απαρχές του Κριμαϊκού Πολέμου, γίνεται η πρώτη από μια σειρά αποτυχημένες προσπάθειες να υλοποιηθεί η αλυτρωτική πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Στις αρχές του 1854 πυρήνας εθελοντών εισέβαλε στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία για τη δημιουργία απελευθερωτικού κινήματος. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά αρνητικών ενεργειών για τη χώρα, οι οποίες κορυφώθηκαν με τον αποκλεισμό του Πειραιά από τον αγγλογαλλικό στόλο, την κατοχή της Αθήνας, την πτώση της κυβέρνησης Κριεζή και το σχηματισμό του Υπουργείου Κατοχής με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.
Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική δεν είναι ο μοναδικός τομέας που επηρεάστηκε από τη Μεγάλη Ιδέα. Επηρεάστηκε αναμφισβήτητα και η εσωτερική πολιτική, η οποία εξαρτάτο σε ένα μεγάλο βαθμό από την εκμετάλλευση των ιδεών περί αλυτρωτισμού. Ως παράδειγμα αρκεί να αναφέρουμε το διπολισμό της πολιτικής ζωής στην περίοδο 1883-1895. Στις εκλογές του 1881 ο Χ. Τρικούπης σχημάτισε κυβέρνηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και προώθησε το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, το οποίο προέβλεπε απελευθέρωση της οικονομίας από τον κρατικό έλεγχο, με βάση το αγγλικό πρότυπο. Στόχος ήταν η ανόρθωση της οικονομίας, έτσι ώστε το ελληνικό βασίλειο να προωθήσει αποτελεσματικά τις διεκδικήσεις του στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Θ. Δηλιγιάννης από την άλλη πλευρά, ο οποίος συσπείρωσε γύρω του τις αντιμαχόμενες προς τον Τρικούπη δυνάμεις, επιθυμούσε τον κρατικό έλεγχο και έβλεπε την οικονομική ανάπτυξη του ελληνικού κράτους μέσω της εκμετάλλευσης των περιοχών που θα ενσωματώνονταν. Και οι δύο μεθοδεύσεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας έχουν ως στόχο τους τον επεκτατισμό. Έναν επεκτατισμό που ευνοούσε τα όνειρα και τις προσδοκίες ενός φτωχού ουσιαστικά λαού για ένα ανθηρό μέλλον, οι οποίες ωστόσο δεν έγιναν πραγματικότητα. Η επεκτατική πολιτική απαιτεί μάλλον οικονομικές θυσίες εξαιτίας των υπέρογκων δαπανών για τη συντήρηση τακτικών στρατευμάτων παρά οικονομικές παροχές και ελαφρύνσεις.
Το τέλος του 19ου αιώνα έφερε και το τέλος μιας αυταπάτης. Η Ελλάδα χρεωκοπημένη οικονομικά, ηττήθηκε και πολιτικά και στρατιωτικά με τον πόλεμο του 1897. Εκεί, μέσα σε ένα μήνα έχασε το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που της δόθηκαν μέσω της διπλωματίας πριν από μια δεκαπενταετία. Αν και οι τελικές εδαφικές απώλειες μετά την ανακωχή ήταν μικρές, οι πληγές που δημιούργησε η ήττα στον κοινωνικό ιστό ήταν μεγάλες. Παρόλα αυτά η Μεγάλη Ιδέα θα επιζήσει στον 20ο αιώνα και εφαρμοσμένη στην εξωτερική πολιτική θα προκαλέσει νέες καταστροφές.
Η μακροβιότητά της -ακόμα και στη σύγχρονη εποχή μας- είναι δυνατόν να ερμηνευθεί, αν δεχθούμε ότι πέρα από τις σκοπιμότητες που εξυπηρετούσε στα χείλη της εξουσίας, οι επαγγελίες της είχαν μια έντονη απήχηση στις μάζες και ιδιαίτερα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Επίσης, ως ένα βαθμό λειτουργούσε ως κανάλι εκτόνωσης των εσωτερικών κοινωνικών πιέσεων, οι οποίες δεν μπορούσαν να βρουν διέξοδο παρά σε φαντασιώσεις πολιτικού ρομαντισμού.
Ωστόσο, οι ιστορικοί δεν αρνούνται πως εφαρμοσμένη σε άλλους κοινωνικούς τομείς η Μεγάλη Ιδέα και το ιδεολογικό της υπόβαθρο είχαν μια θετική απήχηση. Ο Διαφωτισμός και η χρήση της ιδεολογίας του Εθνικισμού και του Φιλελευθερισμού επέβαλε μια σύγκρουση με τις παραδοσιακές και τοπικά προσανατολισμένες απόψεις των αυτόχθονων ομάδων, οι οποίες έκλιναν προς τη διατήρηση του παλαιού φεουδαρχικού κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την αναταραχή σε διαφορετικά σημεία του κοινωνικού ιστού. Ένα τέτοιο σημείο ήταν και η γέννηση της φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα, η οποία έχει τη βάση της στην ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να ξεφύγει από τις ανατολίτικες παραδόσεις και να στραφεί στα πρότυπα του δυτικού πολιτισμού. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα η γυναίκα των μεσαίων αστικών στρωμάτων στην Ελλάδα μεταβάλλει τη συμπεριφορά της και να διεκδικεί τις δικές της ιδέες για τη θέση της στην κοινωνία. Το προηγούμενο ήδη υπάρχει από τις πρώτες δεκαετίες και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του αγώνα, όταν γυναίκες διεκδικούν το δικαίωμά τους να καταταγούν στον τακτικό στρατό ή τη συμμετοχή τους στην ψηφοφορία για την εκλογή του νέου βασιλέα των Ελλήνων. Οι ιδέες περί Ισότητας και Ελευθερίας πάνω στις οποίες στηρίζεται υποθετικά η νέα κοινωνική οργάνωση, της δίνουν το δικαίωμα να συμμετέχει, να εκπαιδεύεται, να εργάζεται και να διεκδικεί.
Σημαντική είναι, επίσης, η επίδραση της Μεγάλης Ιδέας σε θέματα που αφορούν στην εκπαίδευση. Για να επιτευχθούν οι στόχοι της, απαιτείται ομοιογένεια σε θρησκευτικό και γλωσσικό επίπεδο. Έτσι γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια να στηθούν σχολεία ακόμη και εκτός των ορίων της ελληνικής επικράτειας σε μια προσπάθεια εξελληνισμού των βαλκανικών πληθυσμών. Αρχικά -έως το 1830- η ελληνοφώνηση ατόμων ή και συνόλων δε συνάντησε αντιστάσεις, καθώς δεν είχαν συγκροτηθεί οι υπόλοιπες βαλκανικές συνειδήσεις. Αργότερα ο εξελληνισμός των Βαλκανίων υποχώρησε, ενώ τα βουλγαρικά και τα ρουμανικά σχολεία άρχισαν να ανταγωνίζονται με επιτυχία τα ελληνικά. Τα υψηλά ποσοστά των μαθητών που παρατηρούνταν, τόσο σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό της χώρας όσο και σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, δείχνουν πως δεν υπήρχαν κοινωνικοί ή οικονομικοί φραγμοί σε σχέση με την εκπαίδευση. Σε μια χώρα κατά βάση αγροτική η ολοκλήρωση ενός κύκλου σπουδών οδηγούσε στο δημόσιο και την κοινωνική καταξίωση, παράγοντας έτσι μια νοοτροπία που ακόμη και σήμερα ταλαιπωρεί τον επαγγελματικό προσανατολισμό των Ελλήνων.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2019

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ. Λίγες σκέψεις

Το πανεπιστημιακό άσυλο δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση ΤΗΝ παθογένεια του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Αν αναδειχτεί σε τέτοια, πολύ φοβάμαι ότι θα χρησιμοποιηθεί ως πολιτικός αντιπερισπασμός. Το πρόσωπο που θα κρύψει μια τέτοια μάσκα, δεν θα αργήσει να δει το φως του ήλιου. Οπότε, να ξεκινήσει μια αντιπαράθεση για ένα επουσιώδες ζήτημα θα είναι εξαιρετικά άγονο. ΓΙΑΤΙ το πρόβλημα της δημοκρατίας στην εκπαίδευση βρίσκεται κύρια στις ίσες ευκαιρίες (υπάρχουν;) τόσο για τους εκπαιδευόμενους, όσο και για την κατάληψη μιας θέσης εκπαιδευτή (όπου υπάρχει το χειρότερο άσυλο αναξιοκρατίας και νεποτισμού). Ας ξεκινήσουμε από αυτό το θεμελιώδες, ας χτίσουμε ένα αξιοκρατικό και αξιολογικό εκπαιδευτικό σύστημα, και να δεις που η "ανομία" θα εξαερωθεί από μόνη της.

Ιστορία Προσανατολισμού. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. 1. Τα δημογραφικά δεδομένα. α) Ο πληθυσμός



Α.1. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

1. Τα δημογραφικά δεδομένα

α) Ο πληθυσμός

Η Ελλάδα δεν ήταν μόνο φτωχή, με απαρχαιωμένες παραγωγικές δομές. Ήταν επίσης μικρή στην έκταση και ολιγάνθρωπη. Η γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού αποτελούσε τα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους. Από τα νησιά του Αιγαίου στην Ελλάδα ανήκαν μόνο οι Βόρειες Σποράδες και οι Κυκλάδες. Ο κορμός της χώρας ήταν η Ρούμελη και ο Μωριάς, όπως στα επαναστατικά χρόνια. Το 1864 προστέθηκαν τα Ιόνια νησιά και το 1881 η Θεσσαλία. Έτσι, τα βόρεια σύνορα άγγιξαν τον Όλυμπο και τη Μακεδονία.
Η πυκνότητα του πληθυσμού κυμαινόταν από 15 (1828) σε 43 (1911) κατοίκους στο τετραγωνικό χιλιόμετρο, όταν σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης οι ίδιοι αριθμοί ήταν τριψήφιοι. Οι εικόνες που μας έρχονται από εκείνη την εποχή μαρτυρούν την εξάντληση του τόπου και των ανθρώπων. Γύρω από τις πόλεις τα εδάφη ήταν γυμνά, εξαντλημένα από την υπερβόσκηση και την υλοτομία και τα χωράφια έμοιαζαν χέρσα, εξαιτίας της εκτεταμένης αγρανάπαυσης, με την οποία οι αγρότες πάσχιζαν να βελτιώσουν τις αποδόσεις τους. Τα περιφραγμένα περιβόλια πολύ λίγο βελτίωναν την αίσθηση εγκατάλειψης που απέπνεε το τοπίο.
Παρ' όλα αυτά, ο πληθυσμός αυξανόταν με γρήγορους ρυθμούς, χωρίς ποτέ να εξαντλούνται τα περιθώρια δημογραφικής εξέλιξης σε μια τόσο αραιοκατοικημένη χώρα. Οι οικονομικές δυνατότητες ήταν περιορισμένες και τα παραγωγικά πλεονάσματα πενιχρά. Σε περιόδους αστάθειας εύκολα ερχόταν η καταστροφή. Ο ναυτικός αποκλεισμός από τους Αγγλο-Γάλλους, το 1854, στη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, προκάλεσε πείνα, αρρώστια και ανθρώπινες απώλειες, επιβεβαιώνοντας τις μικρές δυνατότητες της χώρας.



ΣΧΕΤΙΚΟ ΘΕΜΑ - ΠΗΓΗ: ΚΡΙΜΑΪΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ-ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1854

Ο Κριμαϊκός πόλεμος άρχισε με την οξύτατη διαφωνία μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων για την κατοχή των προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων. Διήρκεσε από το 1853 μέχρι το 1856, με κύρια τελευταία φάση την κατάληψη της Σεβαστούπολης από τους Αγγλογάλλους· επακολούθησε η υπογραφή της Συνθήκης των Παρισίων, τον Μάρτιο του 1856. Οι εξελίξεις από τον Κριμαϊκό πόλεμο ήταν δυσμενείς για τους Έλληνες, αφού η Τουρκία έγινε δεκτή στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ενώ η Αυστρία, η Αγγλία και η Γαλλία εγγυήθηκαν την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία του οθωμανικού κράτους και δεσμεύθηκαν έτσι ώστε κάθε επίθεση εναντίον της Τουρκίας να θεωρείται ως casus belli (αιτία πολέμου) εναντίον τους. Στην οξύτατη αυτή κρίση της Ανατολής ήταν φυσικό να αναμιχθεί και η Ελλάδα.
Πώς ξεκίνησε η κρίση;
Η αύξηση της γαλλικής επιρροής στους Αγίους Τόπους από το τέλος του 1852 εξερέθισε, όπως ήταν φυσικό, τους Ρώσους, που ζήτησαν άμεση διευθέτηση του ζητήματος υπέρ των ορθοδόξων. Οι ενέργειές τους έβρισκαν μεγάλη απήχηση στους ορθοδόξους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίοι αποζητούσαν δυναμική επέμβαση του τσάρου για την επανάκτηση των προνομίων της εκκλησίας τους. Ίδια ατμόσφαιρα επικρατούσε και στην Ελλάδα, όπου η φιλορωσσική παράταξη είχε αποκτήσει μεγάλη επιρροή. Οι ελπίδες των Ελλήνων για άσκηση από τους Ρώσους δυναμικής πολιτικής εναντίον των Τούρκων μεγάλωσαν με την είδηση της συγκέντρωσης ρωσικών στρατευμάτων στα ευρωπαϊκά σύνορα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και των ετοιμασιών του ρωσικού στόλου στη Μαύρη Θάλασσα. Επιπλέον, ο τσάρος, αφού βολιδοσκόπησε τις γειτονικές κυβερνήσεις της Αυστρίας και της Πρωσσίας και θεώρησε ότι ευνοϊκή θα ήταν και η στάση της Αγγλίας, έστειλε τον Φεβρουάριο του 1853 τον πρίγκιπα Μέντζικωφ στην Κωνσταντινούπολη, με κύρια αποστολή την επιβεβαίωση της ρωσικής προστασίας για όλους τους ορθόδοξους λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την εξουδετέρωση της γαλλικής επιρροής στην Πύλη... Η αποτυχία των διαπραγματεύσεων είχε ως αποτέλεσμα την επιδεικτική αναχώρηση της ρωσικής αποστολής. Σύντομα τα γεγονότα ακολούθησαν άλλη πορεία· ο ρωσικός στρατός της Βεσσαραβίας πέρασε τον Προύθο, κατέλαβε τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στις αρχές του Ιουλίου του ίδιου χρόνου έφτασε στον Δολειο﷽﷽﷽﷽﷽﷽κρπνμανικαζ ΤΟΥ 1854
ύναβη. Ταυτόχρονα ο τσάρος ανακοίνωσε ότι δεν θεωρούσε την ενέργεια αυτή ως κήρυξη πολέμου κατά της Πύλης, αλλά ότι ήθελε μόνο να έχει στα χέρια του ένα εχέγγυο, για να πετύχει από τον σουλτάνο ικανοποίηση των αιτημάτων του. Παράλληλα όμως κάλεσε όλους τους ομόδοξους αδελφούς να υπερασπιστούν την ακεραιότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η αγγλογαλλική αντίδραση στις ενέργειες αυτές υπήρξε άμεση· ήδη μετά την αναχώρηση του Μέντζικωφ και το ρωσικό τελεσίγραφο για την κατάληψη των ηγεμονιών, κατά τα μέσα Ιουνίου του 1853 στόλος των δυο Δυνάμεων έφτασε στην είσοδο του Ελλησπόντου, με εντολή να πλεύσει στην Κωνσταντινούπολη, αν θα παρουσιαζόταν ανάγκη να προστατευθεί ο Σουλτάνος...
Στο μεταξύ στη Βαλκανική χερσόνησο είχε αρχίσει να πνέει επαναστατικός άνεμος. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας που προσπαθούσε να δώσει η Ρωσία στον επικείμενο πόλεμο, είχε μεγάλη απήχηση σε εκατομμύρια υπόδουλους ορθόδοξους της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στο μόνο ανεξάρτητο κράτος της χερσονήσου του Αίμου, το μικρό ελληνικό βασίλειο, επικρατούσε έξαλλος ενθουσιασμός. Η Μεγάλη Ιδέα φαινόταν να βρίσκει τη συγκεκριμένη έκφρασή της και την ελπίδα άμεσης πραγματοποίησης... Ο Μέντζικωφ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη είχε αρκετές συνομιλίες με τον εκεί πρεσβευτή της Ελλάδας Ανδρέα Μεταξά, για το ενδεχόμενο μιας ελληνορωσικής δράσης. Ορισμένα μάλιστα μέλη της συνοδείας του Μέντζικωφ, όπως ο ναύαρχος Κορνίλωφ, ήρωας της ναυμαχίας του Ναυαρίνου... είχαν επισκεφθεί τον Πειραιά και την Αθήνα όπου έγιναν δεκτοί από τον βασιλιά Όθωνα και τον υπουργό των Εξωτερικών Α. Πάικο...
Στο διάστημα αυτό είχαν αρχίσει επίσης να οξύνονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις με αφορμή την απαίτηση της Πύλης, κατά τον Μάρτιο, να της επιστραφούν δυο παραμεθόρια χωριά, που κατά τους ισχυρισμούς της κακώς είχαν καταλάβει οι Έλληνες κατά τη χάραξη των συνόρων το 1833...
Το βασιλικό ζεύγος της Ελλάδας, και ιδιαίτερα η Αμαλία, αλλά και η κυβέρνηση Κριεζή (τουλάχιστον τα περισσότερα μέλη της) είχαν ενστερνισθεί τους λαϊκούς πόθους και η χώρα προχωρούσε, με όσες δυνάμεις διέθετε, στην πολεμική προετοιμασία...
Στο μεταξύ, και πριν ακόμη αρχίσει ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, είχαν σημειωθεί διάφορα επεισόδια στα ελληνοτουρκικά σύνορα και ιδίως στην Ήπειρο. Κύρια αιτία ήταν η απόφαση της Πύλης να εισπράξει από τους χριστιανούς υπηκόους της τους καθυστερημένους φόρους μιας τριετίας, για να μπορέσει έτσι να αντιμετωπίσει τις δημόσιες δαπάνες της, που ογκώνονταν συνεχώς εξαιτίας της ανατολικής κρίσης, και ιδίως για να λύσει το πρόβλημα της μισθοδοσίας των ατάκτων Αλβανών, που είχαν αντικαταστήσει στη μεθόριο τα τακτικά στρατεύματα... Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την αντίδραση των κατοίκων χωριών της ευρύτερης περιοχής της Άρτας...
Η γαλλική παρέμβαση στον Όθωνα έφερε τον κυβερνητικό ανασχηματισμό...
Οι Τούρκοι, νομίζοντας ότι ήταν έτοιμοι για πολεμική αναμέτρηση και υπολογίζοντας στην αγγλογαλική στήριξη το 1853 κήρυξαν επίσημα τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Κατάφεραν προσωρινές νίκες στη Βλαχία και στα ανατολικά τους σύνορα στον Πόντο. Σε απάντηση, ο ρωσικός στόλος του Ευξείνου κατέστρεψε τον τουρκικό στο λιμάνι της Σινώπης. Τότε ο αγγλογαλλικός στόλος κινήθηκε προς την Κωνσταντινούπολη, με εντολή να εμποδίσει το πέρασμα των ρωσικών πλοίων από τα στενά του Ευξείνου. Τον Μάρτιο του 1854 η Αγγλία και η Γαλλία συμμάχησαν με τον Σουλτάνο και κήρυξαν επίσημα τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας...
Η καταστροφή του τουρκικού στόλου στη Σινώπη έδωσε το επαναστατικό σύνθημα στους Έλληνες. Ξεκίνησαν οι κάτοικοι του Ραδοβιζίου της Άρτας το 1854, και μέσα σε ένα μήνα το κίνημα απλώθηκε σε ολόκληρη την Ήπειρο, για να ακολουθήσει η Θεσσαλία και η Μακεδονία...
Παντού μιλούσαν για ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας και εμφανίζονταν ακόμη και σημαίες με την επιγραφή "Βυζαντινόν Βασίλειον". Μια γενική, αλλά παραστατική εικόνα δίνει ο τότε υπουργός της Δικαιοσύνης και καθηγητής του ποινικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Σπουρίδων Πηλίκας: "Ο ενθουσιασμός επροχώρει από στιγμής εις στιγμήν ακράτητος, απερίσκεπτος. Καθείς ήθελε να λάβη μέρος και να φανή ότι λαμβάνει μέρος. Μαθηταί, καθηγηταί, βιομήχανοι, έμποροι, δικηγόροι, απλοί εργάται, άλλοι εζητούσαν οπλισμόν, άλλοι προσέφερον χρήματα, άλλοι συνήρχοντο εις συνελεύσεις... Η κίνησις ηύξανε κάθε ώραν, κάθε ημέραν, εις τους δρόμους, εις το θέατρον..."
Η τροπή, όμως, που έπαιρνε το ζήτημα στο διπλωματικό πεδίο κάθε άλλο παρά ευνοϊκή ήταν για τους Έλληνες. Οι πρεσβευτές της Ελλάδας στο εξωτερικό και έμπειροι πολιτικοί προειδοποιούσαν την κυβέρνηση για τους κινδύνους που διέτρεχε το κράτος εξαιτίας της πολιτικής που ακολουθούσε. Η εξέγερση, όμως, είχε ξεσπάσει και δεν θα έπρεπε να εγκαταλεφθεί, ομολογούσαν κάποιοι...
Η διπλωματική πίεση των Αγγλογάλλων δεν άργησε να φανεί. Στις πιέσεις του ο νους...﷽﷽﷽αναστατημικ ΤΟΥ 1854
Όθωνας απάντησε ότι ήταν αποφασισμένος να στηρίξει τα δίκαια αιτήματα των χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας...
Τον Μάρτιο του 1854 διακόπτονται οι διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στην Τουρκία και στην Ελλάδα, μετά την άρνηση της τελευταίας να σταματήσει να ενισχύει τους επαναστατημένους... Κι ενώ οι πιέσεις των Αγγλογάλλων, που έφεραν τον κυβερνητικό ανασχηματισμό, συνεχίζονταν, η Αυστρία, στη στήριξη της οποίας είχε ελπίσει ο Όθωνας, κράτησε ουδέτερη στάση, ενώ και η Ρώσοι δεν έπαιρναν συγκεκριμένη θέση στα αιτήματα της ελληνικής κυβέρνησης, με τον Ρώσο πρεσβευτή στην Αθήνα Περσιάνι να συστήνει ουδετερότητα...
Τελικά, οδηγηθήκαμε στη σταδιακή επέμβαση των Αγγλογάλλων. Γαλλικά κυρίως πλοία εμπόδιζαν τον εφοδιασμό των επαναστατών και τον Μάρτιο αποφασίσθηκε ο αποκλεισμός του Πειραιά... Μοιραία, η ελληνική κυβέρνηση σταμάτησε να στηρίζει την επανάσταση, η οποία κατεστάλη...
Μετά την αποχώρηση των Ρώσων και την κατάληψη των παραδουνάβιων ηγεμονιών από τον αυστριακό στρατό τον Αύγουστο του 1854, αποτέλεσμα του Πρψωτοκόλλου που είχε υπογραφεί στη Βιέννη ανάμεσα στην Αυστρία, τη Γαλλία, την Αγγλία και την Πρωσσία, που αφορούσε την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων, και το οποίο μάλιστα ανέφερε ότι ήταν στη διακριτική ευχέρεια του σουλτάνου η παραχώρηση ελευθεριών στους υπόδουλους, τα πράγματα έπαιρναν άλλη τροπή. Τον Σεπτέμβριο οι σύμμαχες Δυνάμεις αποβιβάσθηκαν στην Κριμαία, κι έτσι άρχιζε ο καθαυτό Κριμαϊκός πόλεμος. Οι Ρώσοι, όμως, παρά τις προσωρινές απώλειες, άρχισαν να κερδίζουν στο πεδίο των μαχών...
Στην Ελλάδα, η αναρχία επικράτησε. Η ληστεία αναβίωσε σε όλη την επικράτεια. Οι σχέσεις του Όθωνα με τη νέα κυβέρνησ δεν ήταν καθόλου καλές. Ο Καλλέργης, με τη στήριξη των Γάλλων ασκούσε δικτατορικές εξουσίες. Οι Γάλλοι μάλιστα, είχαν σκεφθεί ακόμη και την αντικατάσταση του Όθωνα. Στο μεταξύ, με αφορμή το ανθυγιεινό κλίμα του Πειραιά, η κατοχή των Αγγλογάλλων επεκτάθηκε το καλοκαίρι του 1854 μέχρι τα Πατήσια και την Πεντέλη, προκαλώντας τους κατοίκους με τη συμπεριφορά τους. Γενικά, δρούσαν ως δυνάμεις κατοχής. Σαν να μην έφτανε αυτό, το ξέσπασμα χολέρας προκάλεσε το θάνατο 3.000 ατόμων, δηλαδή του 1/10 του πληθυσμού της πρωτεύουσας, που δεν ξεπερνούσε τους 30.000 κατοίκους...
Ο στρατός κατοχής αποχώρησε μόλις το 1857...
Οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Κριμαία κράτησαν μέχρι τον Ιανουάριο του 1856, ύστερα από τελεσίγραφο της Αυστρίας προς τον τσάρο ότι θα πολεμούσε το πλευρό των αντιπάλων του. Η συνθήκη των Παρισίων του 1856 έβαλε τυπικό τέρμα στη διένεξη αυτή. Η Ελλάδα αναγκάσθηκε να δεχτεί Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο και ταπεινωτικούς όρους.
Η οδυνηρή αυτή κρίση απέδειξε ότι το μικρό ελληνικό βασίλειο δεν μπορούσε εύκολα να ακολουθήσει εξωτερική πολιτική αντίθετα προς τα συμφέροντα των Δυνάμεων. Με την πικρή αυτή εμπειρία διαλύθηκε και ο μύθος περί αγγλικού φιλελληνισμού, καθώς και η πολιτική τοποθέτηση των Ελλήνων σε κόμματα προσανατολισμένα προς την πολιτική των τριών μεγάλων Δυνάμεων (αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό). Παράλληλα, όμως, ο αγώνας του 1854 αναζωπύρωσε τις ελπίδες των υποδούλων, τόνωσε τον πόθο τους για την ελευθερία και ισχυροποίησε τον δεσμό τους με τους ελεύθερους αδελφούς...
Ο Κριμαϊκός πόλεμος είχε ακόμη ένα, δυσάρεστο, επακόλουθο για τους Έλληνες. Μέχρι την εποχή αυτή η Ρωσία πολεμούσε για την πραγματοποίηση των σχεδίων της κάτω από τη σημαία της Ορθοδοξίας, υποστηρίζοντας αδιάκριτα όλους τους υπόδουλους της Βαλκανικής, Έλληνες, Σλάβους και Ρουμάνους. Στο μέλλον θα άλλαζε προσανατολισμό και θα έστρεφε το ενδιαφέρον της προς τους χριστιανούς Σλάβους της Βαλκανικής. Για να πραγματοποιήσει μάλιστα τα σχέδιά της, θα αγκάλιαζε μια νέα εθνότητα, τους Βουλγάρους...
(ΙΕΕ, τόμ. ΙΓ, 143-168)